24 Σεπ 2017

"Το χαμένο όνειρο" από τον Ραφαήλ Παπαγερούδη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το χαμένο όνειρο



Το όνειρό μου. Ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, καθώς περπατούσα στους χωματόδρομους του μικρού χωριού. Ένα όνειρο που έμεινε ανεκπλήρωτο. Έτσι όπως τρεμόσβηνε η παλιά λάμπα του δρόμου, έτσι και το όνειρό μου τρεμόσβηνε και στο τέλος έσβησε σαν κεράκι.
Όταν ήμουν μικρή, κάθε μέρα όταν πήγαινα στο σχολείο, συναντούσα τον κύριο Ηλία, το γείτονά μας. Κάθε μέρα μου έκανε την ίδια ακριβώς ερώτηση:
-Λυδία, μελαχρινούλα μου, τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
Και εγώ του απαντούσα με την ίδια απάντηση:
-Δασκάλα κύριε Ηλία, αλλά στην πόλη.
-Γιατί; με ρωτούσε. ‘‘Δεν σ’αρέσει το χωριό;’’
-Πως κύριε Ηλία μου αρέσει, αλλά στην πόλη είναι διαφορετικά. Εκεί οι άνθρωποι είναι όλοι πλούσιοι. Μένουν σε μεγάλα σπίτια και έχουν πολλούς φίλους. Έτσι θέλω να είμαι και εγώ.
-Ελπίζω το όνειρό σου να βγεί αληθινό! μου ευχόταν πάντα.
Καθώς μεγάλωνα, όλο και περισσότερο μεγάλωνε η θέλησή μου για να εκπληρώσω το όνειρό μου. Η μητέρα μου όμως είχε τις αμφιβολίες τις. Ανησυχούσε πάρα πολύ και δεν ήθελε να με αφήσει να φύγω.
-Γιατί κοριτσάκι μου να πας στην πόλη; Ωραία είναι και εδώ στο χωριό μας.
-Μαμά εκεί στην πόλη θα έχω ό,τι χρειάζομαι. Δεν θα χρειάζεσαι να ανησυχείς για μένα. Μπορείς κάθε μέρα να με παίρνεις τηλέφωνο και να λέμε τα νέα μας και να μην νιώθεις ανησυχία.
-Μα θα είσαι μακριά μου και αυτό δεν θα το αντέξω.
-Θα το συνηθίσεις.

"Ένας μονόπλευρος έρωτας και εκατό ποιήματα" από τον Χρήστο Σαχτούρη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ένας μονόπλευρος έρωτας και εκατό ποιήματα



Ήταν κι εκείνη μια συνηθισμένη μέρα στο σχολείο όπως όλες, μόνο που μια συμμαθήτρια μου με τσάκωσε. Δευτέρα γυμνασίου πήγαινα, κι όπως κάθε μέρα έτσι κι εκείνη, πριν αρχίσει το μάθημα, πήγαινα κρυφά στην τάξη κι έγραφα μια ποιητική φράση στον πίνακα, για να το δουν οι συμμαθητές μου, με μόνο σκοπό τη διέγερση του πνεύματος και την υποδαύλιση των συναισθημάτων. Συνήθως έγραφα δικές μου, αλλά και γνωστών λογοτεχνών. 
Εκείνη τη μέρα όμως η Κέλλυ, παραμόνευε πίσω από τα κάγκελα από το παράθυρο της τάξης μας, από το λυόμενο - μονώροφο σχολείο, και μόλις έγραψα το κείμενο, φώναξε. 
- Σ' έπιασα. Ώστε εσύ Χρήστο τα γράφεις τόσο καιρό. 
- Σε παρακαλώ Κέλλυ, μη με αποκαλύψεις. Θέλω να κρατήσω την ανωνυμία μου. 
- Τι έγραψες; <Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ένα μικρό αγόρι>. Δικό σου είναι; 
- Ναι. Δεν ήταν όμως δικό μου, απ' την αμηχανία μου της είπα ναι. 
- Γράφεις κι άλλα; 
- Ναι, γράφω ποιήματα. Η αμηχανία έφυγε και της απάντησα με ειλικρίνεια. 
- Εντάξει, δε θα σε αποκαλύψω. 

"Ο γίγαντας και η πεταλουδίτσα" από τη Μαρία Καφφέ (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ο γίγαντας και η πεταλουδίτσα




 Μια φορά και έναν καιρό... ζούσε ένας μοναχικός γίγαντας σε ένα ψηλό βουνό. Ο γίγαντας δεν είχε φίλους, η μόνη του ασχολία ήταν να φροντίζει τον αγαπημένο του κήπο.

Κάθε μέρα πότιζε και κλάδευε τα δεντράκια και τα λουλουδάκια του και χαίροταν πολύ όταν τα έβλεπε να ανθίζουν και να μεγαλώνουν.
 
 Σε εκείνο το βουνό ζούσε και μία πεταλουδίτσα που πήγαινε καθημερινά στον κήπο του γίγαντα για να πάρει τη γύρη απο τα λουλουδάκια. Μια μέρα όμως δεν μπόρεσε να βρεί πουθενά αυτον τον κήπο.

 Ξαφνικά είδε  τον γίγαντα θλιμμένο να κλαίει. Τον ρώτησε
-Γιγαντά μου γιατί κλαίς και  που είναι ο όμορφος σου κήπος με τα μοναδικά λουλουδάκια και δεντράκια;

23 Σεπ 2017

"Έχει και χειρότερα..." από τον Στέφανο Παρχαρίδη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Έχει και χειρότερα...



Η Ηρώ πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω ακριβώς από το κοιμητήριο του χωριού. Αφού έβγαλε το αναπηρικό καροτσάκι από το πορτ-παγκάζ, βοήθησε το γιο της, το Μενέλαο, να ανέβει σε αυτό από τη θέση του συνοδηγού. Είχαν πολλά χρόνια να επισκεφτούν αυτά τα μνήματα. Ήταν το μέρος που ήταν θαμμένοι όλοι οι αγαπημένοι της συγγενείς. Όμως, η καθημερινότητα και η ζωή που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια την είχαν απομακρύνει από εκείνο το μέρος.
            Σε εκείνο το μέρος παραλίγο να θάψει και το μοναχογιό της πριν μερικά χρόνια. Είχε μείνει ανάπηρος από ένα τροχαίο για το οποίο δεν ευθυνόταν αυτός. Ένας άλλος μεθυσμένος οδηγός τον είχε χτυπήσει μετωπικά, ενώ ο Μενέλαος γυρνούσε στο σπίτι από τη δουλειά του με το μηχανάκι. Το μοναδικό λάθος του ήταν ότι δεν είχε φορέσει το κράνος του, αλλά το κρατούσε στο δεξί του χέρι. «Έλα μωρέ, δέκα λεπτά απόσταση είναι μέχρι το σπίτι, τι θα συμβεί;» σκέφτηκε φεύγοντας από το γραφείο.
Έξι μήνες είχε μείνει σε κώμα. Έξι εφιαλτικοί μήνες για την Ηρώ, η οποία κυριολεκτικά κάθε μέρα ανεβοκατέβαινε στην κόλαση. Έβλεπε το παιδί της να είναι εκεί και ταυτόχρονα να μην είναι. Μέχρι αυτήν την ημέρα πίστευε πως δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα για ένα γονιό. Να βλέπει το παιδί του να σβήνει και να μη μπορεί να κάνει τίποτα.

"Νεραϊδοκάλεσμα" από την Έλενα Λιάτου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Νεραϊδοκάλεσμα



Ζούσε κάπότε σε ένα μικρό χωριουδάκι, ένας όμορφος νέος αγρότης, ο Αυγερινός. Tο σπίτι του βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο αγρόκτημα δίπλα σε ένα παλιό, πέτρινο γιορύφι. Από κάτω, περνούσε ένα βαθύ, ορμητικό ποτάμι.
Οι συγχωριανοί του, φοβόντουσαν να περάσουν μόνοι τους τα βράδυα από εκεί. Έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένο. Πίστευαν ότι έβγαιναν νεράιδες και ξωτικά, όπου έστηναν τρελό χορό, κάτω από το φως του φεγγαριού.
Ο Αυγερινός δούλευε σκληρά μέχρι το σούρουπο, καλλιεργώντας τη γη, φυτεύοντας και μαζεύοντας τους καρπούς. Αποκαμωμένος, στεκόταν μόλις σκοτείνιαζε στην άκρη του χωραφιού, για να ξεκουραστεί λίγο πριν επιστρέψει στο σπίτι. Εκεί άρχιζε το τραγούδι του.
Πολλές φορές, άκουγε φωνές και γέλια να βγαίνουν από το ποτάμι. Δεν είχε όμως ποτέ δει κάτι, ούτε είχε φοβηθεί. Συνέχιζε το δικό του τραγούδι. Πόσο του άρεσε να τραγουδάει και να ταξιδεύει με ήχους μελωδικούς! Η ψυχή του γαλήνευε δίπλα στο ποτάμι, σαν άκουγε το νερό να κελαρύζει και ο ήχος του να ανακατεύεται με τις γλυκές νότες του.
Σιγά σιγά πήρε να σκοτεινιάζει. Ο ουρανός, από το φως των αστεριών έγινε χρυσός. Ξαφνικά, άκουσε ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Το ποτάμι άφρισε! Σείστηκε η Γη και πάνω στο πέτρινο γεφύρι, εμφανίστηκε μια νεράιδα. Ήταν τόσο όμορφη! Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, έπεφταν στους ώμους της. Το πρόσωπο της είχε μια λάμψη εκτυφλωτική σαν το φως του φεγγαριού. Φεγγαρένια ήταν το όνομα της. Έβγαινε κάθε βράδυ και χόρευε κάτω από το χρυσοκίτρινο φως του φεγγαριού. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα. Μια δυνατή λάμψη πλημμύρισε όλο το δάσος, λούζοντας το με φως.

"H πρεμιέρα" από την Μαίρη Κάντα (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Η πρεμιέρα




Η παράσταση δόθηκε σε ένα τεράστιο και γεμάτο από κόσμο θέατρο. Η Άννα υποδυόταν μία νεαρή κοπέλα που έχασε το μεγάλο της έρωτα στο πόλεμο.  Ήταν η πρεμιέρα και η Άννα έδωσε τον καλύτερο της εαυτό. Έτσι άρμοζε σε μία πρωταγωνίστρια. Το τεράστιο χειροκρότημα που εισέπραξε στο τέλος της παράστασης, την χαροποίησε και ξέχασε αμέσως τις ατέλειωτες πρόβες, το άγχος και την εξάντληση που ένοιωθε τους τελευταίους μήνες για την προετοιμασία αυτής της παράστασης.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που λένε πως το χειροκρότημα είναι πηγή ζωής για τον ηθοποιό. Αυτό η Άννα το γνώριζε πολύ καλά. Για αυτό το λόγο λάτρευε τόσο την σκηνή του θεάτρου. Όλα τα όφειλε σε αυτή την σκηνή. Την επιτυχία της, την αναγνωρισιμότητα της, ακόμα και την ζωή της, την ίδια. Όλος ο κόσμος, γνώριζε την Άννα Δεδηγιάννη για το ταλέντο της στην υποκριτική, μα και για την εξωτική της ομορφιά.
Ποιος δεν θα την ζήλευε; Ψηλή, με μακριές κόκκινες μπούκλες και πράσινα μάτια. Εντυπωσιακή εμφάνιση με μία απίστευτη καριέρα. Πρωταγωνίστρια στο θέατρο, στη τηλεόραση, στο κινηματογράφο και ήταν μόλις τριάντα ετών.

21 Σεπ 2017

"Η ματαιότητα" από την Ανδριάνα Κατσιγιάννη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Η ματαιότητα



 Τα έχω όλα. Δεν έχω τίποτα.
 Νιώθω μόνη. Όχι μοναχική, μόνη. Περπατάω στην πόλη και όλα γύρω μου χάνονται, παύουν να υπάρχουν κι ενώ τα βήματα μου γίνονται πιο γρήγορα, η ζωή φαίνεται να κυλάει όλο και πιο αργά. Σμήνη πουλιών πετούν πάνω από το κεφάλι μου, οι άνθρωποι σταματούν και χαιρετιούνται στο δρόμο και εγώ συνεχίζω να περιφέρομαι άσκοπα από δω και από κει, σα φύλλο  παγιδευμένο σε ρεύμα αέρα. Τι κι αν είμαι καταδικασμένη σ’αυτό για πάντα; Να μη νιώθω, κρύα, ένα με το χιόνι να παγώνω την έκφρασή μου σε χαμόγελα, να πετρώνω την καρδιά μου και με σφιγμένα τα δόντια να ξεφεύγω απ’την αλήθεια. Η ιδέα της μοναξιάς δε με τρομάζει. Είναι η καθημερινότητά μου, η ίδια καθημερινότητα στην οποία φαντάζω χαρούμενη, αλλά είμαι πραγματικά κούφια και μαραζώνω.
 Πολλά βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, βράδια σαν κι αυτό, όταν ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια και το φεγγάρι λάμπει περήφανο. Σκέφτομαι πως δε φταίω εγώ που πονάω, που τρώω τα σωθικά μου γιατί δε μοιράζομαι το βάρος, γιατί και τα πιο λαμπρά άστρα, ενώ είναι χρόνια νεκρά, ακτινοβολώντας ακόμα διεκδικούν τη θέση τους και φαίνονται μέρος του όλου. Κάπως έτσι καμουφλάρομαι, χάνομαι ,μέχρι να παραπατήσω, να χάσω το σκαλί και τότε, όταν  όλοι γυρίσουν  να δουν, βρίσκομαι ξαφνικά εκτός τόπου, δεν ανήκω, δεν ακολουθώ. Πάντα μου έλεγαν να είμαι σαν τους άλλους: πιο φυσιολογική, πιο όμορφη, πιο έξυπνη, πιο ψηλή, πιο λεπτή. Όμως μια μονάχα φορά τόλμησα να αναρωτηθώ γιατί οι άλλοι να μην είναι σαν εμένα, και η απάντηση ήρθε μόνη της: ήμουν διαφορετική.

who is online

Ad24