12 Οκτ 2017

Εκδόσεις Γράφημα, ο μεγάλος υποστηρικτής του 5ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής

Πλησιάζοντας στο τέλος και του 5ου Διαγωνισμού Ελεύθερης Γραφής του blog μας, ήρθε η ώρα να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα τις Εκδόσεις Γράφημα που μας έκαναν την τιμή να εκδώσουν τις συλλεκτικές ανθολογίες τόσο για τον φετινό διαγωνισμό όσο και για τον αντίστοιχο διαγωνισμού του 2016. Οι υπεύθυνοι των Εκδόσεων Γράφημα πίστεψαν στην προσπάθειά μας και με μεράκι ανέλαβαν να αναδείξουν τα κείμενα που προέκυψαν μέσα από τη διαδικασία του διαγωνισμού. 

Αξίζει να αφιερώσουμε λίγο από τον χρόνο μας για να γνωρίσουμε λίγο καλύτερα την πορεία της συγκεκριμένης εταιρείας. 

5 Οκτ 2017

5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία - Ψηφοφορία αναγνωστών

Ολοκληρώθηκε λοιπόν, η ανάρτηση όλων των πεζών του διαγωνισμού μας και έχουμε τα 8 που θα συμπεριληφθούν στην ανθολογία που θα κυκλοφορήσει σε συλλεκτική έκδοση από τις Εκδόσεις Γράφημα. Οι 4 κριτές μας (Μαίρη Τσίλη, Σοφία Κραββαρίτη, Γιώργος Σπανάκης και Χρήστος Κεσκίνης) είχαν δύσκολο έργο αφού έπρεπε να βαθμολογήσουν 46 κείμενα διαφορετικού ύφους, είδους και έμπνευσης.

Πλέον ήρθε η ώρα των αναγνωστών να επιλέξουν τα δικά τους αγαπημένα (μέχρι 5 επιλογές) και να χαρίσουν στους 3 κορυφαίους συγγραφείς τη ψηφοφορίας μία τιμητική διάκριση και από 1 βιβλίο ως δώρο. Η ψηφοφορία θα διαρκέσει 20 ημέρες μέχρι 25 Οκτωβρίου 2017. Στη συνέχεια θα ακολουθήσει μία ανάρτηση με όλα τα αποτελέσματα και για τις 2 κατηγορίες του διαγωνισμού μας.

4 Οκτ 2017

"What's new Scooby Doo?" από την Ευγενία Παπαϊωάννου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

What's new Scooby Doo? (1η θέση)


-«Στοίχημα πως θα τρέξω πιο γρήγορα από σένα ως το σχολείο».
-«Να σε δω, βρε βλήτο». Ο Θανάσης και ο Νικόλας, συμμαθητές, αμφότεροι ετών 10, τρέχουν για την αυλή του σχολείου. Βγάζουν φτερά στα πόδια. Ο Πετρής, ο μικρός αδερφός του Θανάση, ετών 6, αγωνίζεται να τους φτάσει. Η τσάντα και το  φαγητοδοχείο, με ήρωα τον Scooby Doo, του πέφτουν από τα χέρια. Το τενεκεδάκι ανοίγει και το πρωινό του Πετρή, σκορπίζεται στα χαλίκια. Ο μικρός αρχίζει το κλάμα : «Θα το πω στη μαμά».
            Ο Θανάσης ψαρώνει, σταματάει το τρέξιμο και γυρνάει να βοηθήσει τον αδερφό του. «Σταμάτα, ρε παλιόμωρο. Να, πάρε το βρωμοτόστ σου, βουτυρομπεμπέ». Του σκουπίζει όμως τα δάκρυα, μαζεύει το τενεκεδάκι από κάτω και τον βοηθάει να φτάσει ως το σχολείο. «Μπελάς που είσαι».
«Εγώ όμως τουλάχιστον είμαι καλός μαθητής».
«Ναι ρε, σπασίκλα. Άντε μόμολο, πήγαινε».
«Είσαι και φαίνεσαι, και μια χοντρή ερωτεύεσαι».

"A, ρε μαλάκα..." από την Αγάπη Ντόκα (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Α, ρε μαλάκα... (2η θέση)



Πέρασε βιαστικά την Πύλη και κατευθύνθηκε στα ασανσέρ. Ήξερε πού πήγαινε, της τα ’χε πει στο τηλέφωνο η Στέλα. Οδηγίες με το νι και με το σίγμα, να μην ταλαιπωρηθεί στον αχανή αρρωστημένο κόσμο. Αρρωστημένη κι η ατμόσφαιρα, αντισηπτικό, χλωρίνη και μπεταντίν παντού.
Μια ηλικιωμένη δίπλα της, παρφουμαρισμένη με κολόνια γερασμένη σαν την ίδια, με ύφος απ’ αυτά που συναντάς εδώ και σ’ εκκλησίες, ξεφύσηξε τη μύτη της σ’ ένα ταλαιπωρημένο χαρτομάντηλο γεμάτο μικρόβια. Μπήκανε μαζί στο ασανσέρ και ευτυχώς κατέβηκε στον πρώτο, σέρνοντας ξωπίσω της την μπόχα των άπλυτων ρούχων.
Έξω απ’ το δωμάτιο, πήρε μια βαθιά ανάσα και μπήκε. Ο Αρίστος, ο Αρίστος της, το καρντάσι των παιδικών της χρόνων, χλωμός και λιπόσαρκος, πάλευε για μια ανάσα ζωής. Η μάσκα οξυγόνου άφηνε τα μάτια του να βλέπουνε και το στόμα του να σωπαίνει.
Την κοίταξε.

3 Οκτ 2017

"No leaf clover" από την Μαριάντζελα Ψωμαδέλλη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

No leaf Clover (3η θέση)



Το φως είναι το πρώτο πράγμα που αντιλαμβάνεσαι μόλις γεννιέσαι και το τελευταίο πριν κλείσεις τα μάτια σου. Και στις δυο περιπτώσεις βάζεις τα κλάματα. Δεν ξέρεις τί σε περιμένει. Είσαι μόνος και φοβάσαι. Φοβάσαι πολύ.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που πηγαίναμε εκεί. Ήταν κάτι σαν το προσωπικό μας καταφύγιο κι ας ήταν εκτεθειμένο στα μάτια του κόσμου. Τις περισσότερες φορές περνούσαμε απαρατήρητοι.  Δεν ήταν και τόσο δύσκολο αν σκεφτεί κανείς πόσος κόσμος περνάει καθημερινά από το σιδηροδρομικό σταθμό για να ταξιδέψει.
Μας άρεσε να σκαρφαλώνουμε σ’ ένα τοιχάκι δίπλα στην αποβάθρα και να χαζεύουμε τα τρένα να περνούν. Πολλές φορές ονειρευόμασταν πως είμασταν κι εμείς ταξιδιώτες και το επόμενο τρένο θα μας έπαιρνε μακριά από τις Σέρρες. Σ’αυτή την πόλη μεγαλώσαμε και την αγαπήσαμε πραγματικά αλλά νιώθαμε πως μας εμπόδιζε πια να ανοίξουμε τα φτερά μας και να γνωρίσουμε τον υπόλοιπο κόσμο.

"Κάποτε" από την Χαρούλα Ραφαηλία Κωτσιανούλη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Κάποτε (3η θέση)



(Βασισμένο σε αληθινά γεγονότα και συγκεκριμένα αποτελεί μέρος της ζωής της προγιαγιάς μου που υποτίθεται αφηγείται)

Μ’έδιωχναν μακριά να μην κοιτάξω.
Με έσπρωχναν με δύναμη.Μου κλείνανε τα μάτια.
Μου σφράγιζαν το στόμα με τις παλάμες τους.
Μα όσο κι αν προσπάθησαν δεν ήταν αρκετή η δύναμη τους...
Και έμαθα έτσι στα δώδεκα μου χρόνια τί εστί ο πόλεμος και πόσες αθώες ψυχές σαρώνει στο πέρασμα του... Γιατί είναι πρόσωπο ο πόλεμος.
Πρόσωπα.

Σκοτώσανε τον αδερφό μου!!!

1 Οκτ 2017

"Παλιννόστησις" από τον Αντώνη Ευθυμίου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Παλιννόστησις (5η θέση)



Ήταν σχεδόν νύχτα και το ολόγιομο φεγγάρι έμοιαζε με δισκίο λήθης. Όσο πάσχιζε εκείνος να στοιβάξει στη βαλίτσα του όλα του τα ρούχα, εκείνη γινόταν μια χοάνη σκέψεων κι αναμνήσεων. Μόλις τοποθέτησε και το τελευταίο του πουκάμισο, την έκλεισε και προσπάθησε να την κλειδώσει. Τότε διαπίστωσε πως η κλειδαριά είχε σκουριάσει με τα χρόνια και δε λειτουργούσε. Έτσι άφησε να κυλήσει αβίαστα ένα δάκρυ από το πρόσωπό του, σα βουλοκέρι να σφραγίσει το συσκευασμένο παρελθόν του. Κοίταξε με περισσή αποστροφή το ρολόι, λίγο πριν φύγει. Ο χρόνος ήταν πάντα ο αδιόρατος εχθρός που ποτέ δεν μπόρεσε να τον νικήσει. Πίστευε πως οι δείκτες στα ρολόγια υπάρχουν μόνο και μόνο για να σπαθίζουν τα όνειρά του.
Κλείνοντας την πόρτα πίσω του, κατάλαβε πως μπορεί να μην ξανάβλεπε την αγαπημένη του γειτονιά. Σαράντα χρόνια είχε ζήσει εκεί. Σπούδασε, δούλεψε, παντρεύτηκε, έκανε παιδιά. Τώρα, όμως, που η γυναίκα του ασπάστηκε τους αγγέλους του ουρανού και τα παιδιά του πέταξαν με τα δικά τους φτερά, έμεινε ολότελα μόνος.  Χωρίς να το πολυσκεφτεί, αποφάσισε να επιστρέψει στο πατρικό σπίτι του, που βρισκόταν σε μια παλιά φτωχογειτονιά της Αθήνας. Φοβόταν, όμως, πολύ τα αεροπλάνα. Θεωρούσε αφύσικο ο άνθρωπος να βρίσκεται στα σύννεφα σαν τον Ίκαρο. Γι’ αυτό είχε βγάλει εισιτήριο με το τρένο.

30 Σεπ 2017

"Το διάλειμμα" από την Νικολίτσα Μπλούτη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το διάλειμμα (6η θέση)



   Η χειρότερη ώρα για μένα στο σχολείο είναι το διάλειμμα. Για όλα τ’ άλλα παιδιά είναι το αντίθετο. Όλα περιμένουνε με αγωνία να χτυπήσει το κουδούνι για να βγούνε έξω και να παίξουνε, να τρέξουνε, να γελάσουνε, να φάνε. Εγώ μονάχα το τελευταίο μπορώ να κάνω απ’ όλα αυτά. Κάθε φορά που χτυπάει το κουδούνι, χτυπάει κι η καρδιά μου δυνατά κι αλλάζει ρυθμό. Ακούω τις φωνές τους, βλέπω τις τρεχάλες τους, τα πρόσωπά τους τα αναψοκοκκινισμένα από το παιχνίδι και στενοχωριέμαι. Λυπάμαι που δεν μπορώ να συμμετέχω σ’ όλα αυτά.
   Κάθομαι στο παγκάκι με την παράλληλη δασκάλα μου, που είναι πάντα δίπλα μου στο σχολείο, αλλά και στο σπίτι, μέχρι να γυρίσει η μαμά μου απ’ τη δουλειά. Τη λένε Αντιγόνη και την αγαπώ πολύ. Έχω δεθεί πολύ μαζί της και θα στενοχωρηθώ αφάνταστα αν μια μέρα χρειαστεί να φύγει. Η Αντιγόνη είναι γελαστή πάντα, όμορφη και διασκεδαστική. Κάνει ό,τι περνάει απ’ το χέρι της για να μη βαριέμαι και να περνάμε καλά. Έχουμε γίνει καλές φίλες οι δυο μας. Κανένα άλλο κορίτσι δεν είναι αληθινή φίλη μου όπως αυτή. Κάποιες συμμαθήτριές μου με πλησιάζουν μερικές φορές στο διάλειμμα, για να μου πιάσουν κουβέντα, αλλά μετά βαριούνται να κάθονται και τρέχουν ν’ αλωνίσουν στο προαύλιο, όπως κάνουν όλα τα κανονικά παιδιά.

"Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο" από τη Μαριάνθη Πλειώνη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Εσένα που σε ξέρω τόσο λίγο (6η θέση)




                                                                                 « τ΄αστέρια από ψηλά,                            
                                                                                μάς βλέπουν σιωπηλά,τη
                                                                                               νύχτα αυτή που στάθηκε
                                                                                                         ο χρόνος...»    *                       

Αγαπημένο μου ημερολόγιο...

23/6/1980          
Νησί  μου  μαγικό, καλωσόρισα  κι  αυτό το καλοκαίρι  στα  γαλάζια  σου  νερά και  στα  γραφικά  σου  τα  στενάκια. Κουράστηκα  πολύ  τον  χειμώνα  που μας  πέρασε. Η  Β΄ λυκείου απαιτούσε   διάβασμα  και  καλή  προετοιμασία  για του  χρόνου,  που  θα  δώσω πανελλήνιες... Φροντιστήριο  και  μελέτη  ώρες  πολλές. Όταν  η κούραση  βάραινε  τα  βλέφαρά μου, τα  όνειρά  μου  γέμιζαν  το  χρώμα  της  θάλασσας  και  το  μαξιλάρι  μου  γινόταν το  βαρκάκι  που  θα μ΄έφερνε κοντά σου! Όμορφα, όλα  εδώ  είναι  όμορφα  κι  ανυπομονώ  να  τα  χαρώ.  Α! Θα  είμαι  μόνη  με  τη  γιαγιά μου, οι γονείς  μου  θα  έρθουν  τον  Αύγουστο και... περιμένω τη  φίλη  μου  τη  Μίνα  να  την  φιλοξενήσουμε  για  λίγες μέρες. Είμαι  πολύ  χαρούμενη, νιώθω  τον  κόσμο  μέσα  στα  χέρια  μου!

24/6/80
Γύρισα  από  την  παραλία  κατακόκκινη  σαν  αστακός. Καίγομαι  στο πρόσωπο  και  στην  πλάτη. Ήταν  τόσο  μεγάλη  η  λαχτάρα  μου  να  βουτήξω  στα  γαλαζοπράσινα  νερά  που  το  αντιηλιακό  ούτε  που  το θυμήθηκα. Αλλά  ο  πόνος  μου  μεγάλωσε  όταν  η  γιαγιά  μού ανακοίνωσε  πως  η  φιλενάδα  μου  δεν  θα  έρθει  στο  νησί. Οι γονείς  της  δεν  την  αφήνουν.  Έμαθαν  πως  οι  δικοί  μου  θα  έρθουν  τον  Αύγουστο  και  φοβούνται  πως  μόνες  μας  με  τη  γιαγιά  θα  ξεσαλώσουμε. Είμαστε, λέει, μικρές  ακόμα...Πότε  θα περάσουν  τα  χρόνια  να  γίνω δεκαοχτώ;  Πότε; ε;  Δεν  έχουμε  τηλέφωνο  στο  σπίτι  της  γιαγιάς, για  λίγες   μέρες  λόγω  βλάβης,  και  πρέπει  να  τρέχω  δίπλα  στο  καφενείο  του  κυρ Φώτη  να  παίρνω  στην  Αθήνα  και  να  μαθαίνει  η  μισή  γειτονιά  τα  μυστικά  μου!

25/6/80
Ξεκίνησα  να  διαβάζω  “το ρολόι  του  κόσμου  χτυπά  μεσάνυχτα”  του  Μ. Λουντέμη  που  μας  πρότεινε  η  φιλόλογός  μας. Τι  να  κάνω;  Δεν  περνάει  η ώρα. Τα  παιδιά  που  γνωρίζω  στο  νησί, δουλεύουν  τα  πρωινά  στα  μαγαζιά  των  γονιών  τους  και  όσα  έρχονται  από  αλλού  συνήθως  καταφθάνουν  αρχές  του  Ιούλη.  Πλήξη, πλήξη,  πλήξη. Μου  φαίνεται   καλή  ιδέα  να βοηθήσω  τη  γιαγιά  να  φτιάξει  γλυκό  βύσσινο  και  σπιτική  βυσσινάδα. Κάτι  είναι  κι αυτό.

26/6/80                                                              
Στα  διπλανά  ενοικιαζόμενα  δωμάτια  ήρθαν  χθες  το  απόγευμα  φοιτητές  και  φοιτήτριες  από  τη  Γαλλία. Άκουσα  την  κυρία  Δήμητρα, την ιδιοκτήτρια,  που  το  έλεγε  στη  γιαγιά μου  την  ώρα  που  έδενε  το γλυκό στην  κουζίνα. Άκουσα   και  τις  κιθάρες  τους  το  βράδυ  στο  μπαλκόνι  και  τα  γέλια  τους. Θα  μείνουν ως  το τέλος  του  Ιουλίου  μάς  είπε 
καταχαρούμενη.  Ζηλεύω...

"Παγιδευμένος" από τον Απόστολο Δαβίλα (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Παγιδευμένος (8η θέση)



Τι όμορφο που είναι να πετάς μέσα στα σύννεφα και τόσο κοντά στον ήλιο και τον καταγάλανο ουρανό, η απόλυτη αίσθηση ελευθερίας. Όμως ξαφνικά αυτή η αίσθηση πτώσης, το εσωτερικό τράνταγμα και το όνειρο τελειώνει.
Το μισάνοιχτο μάτι ψάχνει για την φωσφορίζουσα ώρα πάνω στο κομοδίνο του φθηνού ξενοδοχείου που μου νοίκιασε η μεγάλη πολυεθνική που δουλεύω σαν σκλάβος εδώ και 15 χρόνια και πουλάω τα προϊόντα της στα φαρμακεία των Κυκλάδων.
Ούτε που θυμάμαι σε πιο κωλονήσι είμαι, σχεδόν κάθε βράδυ είμαι και σε άλλο. Θυμάμαι όμως καθαρά ότι όταν ξάπλωσα με ενοχλούσε το φως από τις λάμπες του δρόμου αλλά τώρα είμαι στο απόλυτο σκοτάδι, και που στο κόρακα είναι το μαξιλάρι μου; Αλλά όλες αυτές οι απορίες μου εξαφανίστηκαν όταν προσπάθησα να σηκωθώ  για να πιάσω το κινητό μου που το αφήνω πάντα δίπλα μου και χτύπησα το μέτωπο μου σε μια μεταλλική επιφάνεια μόλις λίγα εκατοστά πιο πάνω από το κεφάλι μου.

28 Σεπ 2017

"Στον καταυλισμό" από την Αθηνά Κάππου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Στον καταυλισμό (9η θέση)



Η ζωή στον καταυλισμό τους τελευταίους μήνες ήταν μια θλιβερή ρουτίνα.Κάθε μέρα όλο και περισσότεροι πρόσφυγες κατεύθαναν, κατάκοποι, ισχνοί, πεινασμένοι. Σκεφτόμουν πως ήταν τυχεροί που κατάφεραν να επιζήσουν και να σωθούν όπως άλλωστε και εγώ. Προσπαθούσα να βοηθάω όλες τις γυναίκες και τα παιδιά που βρίσκονταν σε χειρότερη θέση από εμένα, «είμαι και εγώ τυχερή» έλεγα πάντα στον εαυτό μου. Κάποιοι παραπονιούνταν πως οι αρμόδιοι δεν έκαναν ούτε τα μισά από αυτά που θα μπορούσαν,κάποιοι άλλοι απλώς ήθελαν να βρουν έναν τρόπο να φύγουν για να πάνε στην Ευρώπη και κάποιοι άλλοι προκαλούσαν συνεχώς φασαρίες με τους ντόπιους,των οποίων τα σπίτια βρίσκονται πολύ κοντά στον καταυλισμό μας.
Είμαι η Αμάλ (ελπίδα), 16 χρονών,πρόσφυγας από την Συρία. Κάποιες ημέρες ξυπνούσα γεμάτη όρεξη και με την αίσθηση πως κάτι καλό θα συνέβαινε,τις περισσότερες βέβαια φορές πραγματικά τίποτα δεν άλλαζε. Ήμουν στον καταυλισμό εδώ και 7 μήνες. Μπορεί το όνομά μου να σημαίνει ελπίδα,όμως πλέον δεν υπάρχει ούτε δείγμα αυτής μέσα μου. Χαμογελούσα και γελούσα τόσο δυνατά σε σημείο που οι άλλοι μου λέγανε να γελάω πιο σιγά γιατί τους εκνευρίζω,όμως τον τελευταίο μήνα δεν χρειάστηκε καμία παρατήρηση γιατί πολύ απλά έχω ξεχάσει να γελάω.

27 Σεπ 2017

"Αχ Αννιό!!" από την Χαρά Χαραλαμπάκη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Αχ Αννιό!! (10η θέση)



Καλοκαίρι, τέλη δεκαετίας του ’60 και αρχές του 1970. Το μαγαζί της Κατίγκως και του Κυρ Σπύρου βρισκόταν σε μια γωνιά μιας Κρητικής γειτονιάς.
Η «ΜΕΓΑΛΗ ΝΗΣΟΣ» λεγόταν, και είχε μεγαλοπιαστεί η Κατίγκω. Διότι προικώο ήτανε το μαγαζί από τον πατέρα της. Το σχολειό δεν το ‘χε τελειώσει μιας και βοηθούσε από μικρή  στη ΝΗΣΟ. Και έκανε λέει και εισαγωγές από τις έξω χώρες. Έφερνε εξωτικά φρούτα για να καλοπιάνει και τους πλούσιους.
Ο Κυρ-Σπύρος, ο άντρας της, κοινωνικός, καλοκάγαθος και πάντα χαμογελαστός. Ψιλός, λιγνός σα το μολύβι, με ξανθά κατσαρά μαλλιά. Οι γείτονες τον πείραζαν μιας και ο ίδιος ήταν χωρατατζής πολύ. Είχε και την Κατίγκω που της άρεσε να τον θαυμάζουν και να τον σέβονται.
_Καλημέρα Κυρ Πρόεδρε, του λέγαν.
_Ίντα κάνεις μπρε Σήφη. Η Σήφαινα, το Σηφάκι καλά;
Και γελούσαν πλατιά και τα μάτια τους φωτίζανε χαρά.

"Ένα κόκκινο δειλινό" από την Ερατώ Τριβιζά (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ένα Κόκκινο Δειλινό (10η θέση)



Πίεσε την πλάτη του στον κατεστραμμένο τοίχο. Έσφιξε το τουφέκι στην αγκαλιά του. Ανέπνευσε μία φορά. Ανέπνευσε δεύτερη φορά. Σηκώθηκε και πυροβόλησε. Ξανά έπεσε κάτω.
Πάνε δύο χρόνια που άρχισε αυτός ο αδυσώπητος πόλεμος. Πάνε δύο χρόνια που βρίσκετε εκεί και πολεμάει. Έχουν φτάσει σε ένα χωριό τώρα. Ένα χωριό κοντά στα βουνά που κάποτε ήτανε γεμάτο γέλια και πανηγύρια. Πλέον το μόνο που ακουγόταν ήταν οι ήχοι του πολέμου. Τώρα κάθεται πίσω από έναν μισογκρεμισμένο τοίχο, ενός άλλοτε ευτυχισμένου σπιτιού.
Κοίταξε τριγύρω του. Μία φωτογραφία ήταν το μόνο που είχε απομείνει στον απέναντι εξίσου γκρεμισμένο τοίχο. Ένα ζευγάρι, όχι πάνω από τα τριάντα, χαμογελαστό, σε μία καταπράσινη αυλή. Μάλλον έτσι ήταν η αυλή αυτού του σπιτιού κάποτε. Πόσο χαρούμενοι φαίνονταν. Άραγε επέζησαν από την επιδρομή; Άραγε είναι κάπου ασφαλείς ή κείτονται νεκροί μέσα στους χιλιάδες πρόχειρους τάφους στην άκρη του χωριού; Δεν ήθελε να το σκέφτεται. Προσπαθούσε να έχει το μυαλό του καθαρό, αφοσιωμένο στο στόχο του.

26 Σεπ 2017

"To κίτρινο τριαντάφυλλο" από την Eleanor (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το κίτρινο τριαντάφυλλο



Όταν με θυμηθείς φέρε μου εκείνο το κίτρινο τριαντάφυλλο, εκείνο με το οποίο σε γνώρισα, εκείνο με το οποίο σε ερωτεύτηκα… Όλα ξεκίνησαν εκείνο το απογευματάκι πριν περίπου λίγες μέρες, ο ήλιος είχε σχεδόν ανατείλει, κατέβηκα στη θάλασσα δίπλα στο σπίτι μου, η ανάμειξη του ζεστού αέρα και τα σύννεφα μου προκαλούσαν μια ηρεμία. Ήταν μια δύσκολη περίοδος για μένα, είχα απολυθεί από τη δουλειά μου και ο μπαμπάς μου βρισκόταν σε κακή κατάσταση στο νοσοκομείο, όλα στη ζωή μου πήγαιναν στράφι, ακόμα και οι λιγοστοί φίλοι που είχα αποκτήσει σε αυτήν την νέα πόλη, δε έφταναν για να βρω το παλιό μου εαυτό.. Όμως αυτή η θάλασσα είχε κάτι το μαγικό, με τραβούσε να καθίσω δίπλα της, με συμπονούσε, ήταν τόσο ήρεμη, σα μια μεγάλη νηνεμία, σα να προετοίμαζε κάτι… Και εκεί που καθόμουν και χανόμουν στα μπλε νερά της, ένοιωσα ένα κρύο αεράκι δίπλα μου και ύστερα ήρθες.. Γύρισα και σε κοίταξα έκπληκτη από αυτό το γρήγορο κύμα αέρος, την ίδια στιγμή με κοίταξες και εσύ και μου χαμογέλασες με αυτά τα καφέ σου μάτια. Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που είπα στον εαυτό μου πως θα δε θα ντραπώ και δε θα έχανα την ευκαιρία να σε μάθω, τα μάτια σου,  τα γυαλιά που φόραγες, το σχεδόν τέλειο χαμόγελο σου και το επιμελώς ατημέλητο καστανό μαλλί  σου, ήσουν ένα μυστήριο που ήθελα να επιλύσω. Αλλά γρήγορα κοκκίνησα και μόνο στη ματιά και το χαμόγελο που μου έδωσες, ένοιωσα πως δε τα αξίζω.. Γύρισα το πρόσωπο μου αλλά εσύ άρπαξες την ευκαιρία και με πλησίασες ¨Συγγνώμη, δεν ήθελα να σε τρομάξω¨. Γύρισα διστακτικά και σου χαμογέλασα ντροπαλά, εσύ συνέχισες να προσπαθείς και μου ανταπέδωσες το χαμόγελο, μέσα σε λίγα δεύτερα άπλωσες το χέρι σου και μου συστήθηκες ¨Πέτρος¨ είπες και το όνομα σου αντιχούσε μαζί με τους χτύπους της καρδιάς μου. Άπλωσα και εγώ το χέρι μου και σου είπα το όνομα μου, ¨Νεφέλη¨, προσεξα πως τα μάτια σου στο άκουσμα του ονόματος μου σαν να ξεπήδησαν από χαρά. Άρχισες να μου λες το λόγο που ήρθες και πώς βρέθηκες εδώ, έκανες το μεταπτυχιακό σου και παράλληλα δούλευες, όλα ήταν όπως ήθελες στη ζωή σου αλλά δεν ήθελες να καταντήσει μονότονο, όπου τελικά κατέντησε και για αυτό το λόγο έρχοσουν εδώ. Σε κάθε λέξη που έβγαινε από τα χείλη σου μαγευόμουν όλο και περισσότερο, κρεμόμουν από τα χείλη σου.

"Ταξίδια μυαλού" από τον Γιώργο Γιάγκου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ταξίδια μυαλού



Απόψε μου ’χες πει θα βγεις. Οικογενειακό τραπέζι το αποκάλεσες με άπλετη μουσική, φαγητό και γλέντι. Προσπαθώ να μπω στο κλίμα σου εγώ πίσω από μια οθόνη η οποία όσα καλά και αν προσφέρει, στο τέλος της ημέρας περισσότερο ανεβάζει το επίπεδο της μοναξιάς, παρά να το μειώνει. Βλέπεις οι απρόσωπες διαδικτυακές φιλίες συχνά πυκνά σε κάνουν να χάνεσαι και εσύ πρέπει πάντα να βρίσκεις τρόπο να βγαίνεις από αυτό το τριπάκι και να επιστρέφεις στην πραγματικότητα, στην ρουτίνα, σε αυτό που όσο και αν δεν θέλεις είναι η πραγματική ζωή. Πέρασε η ώρα και ακόμη δεν είχαμε κάποια επαφή. Λογικό αφού εσύ διασκεδάζεις με την υπέροχη μουσική που ακούς και με το γέλιο των συγγενών να σου κάνει την όρεξη μεγαλύτερη. Ίσως να βγήκες και για χορό. Αλλά εγώ σε ξέρω λίγο καλύτερα. Τώρα πιστεύω πρέπει να κάθεσαι στην καρέκλα σου και να αναπολείς τις συζητήσεις μας. Χμ! Ας βοηθήσω λοιπόν. Να μπω στο μυαλό σου και να σε ταξιδέψω μαζί μου.

"Σκοτώθηκε η γάτα" από την Ντέμι Αναγνωστούλη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Σκοτώθηκε η γάτα



Μερικες φορες κερδιζεις και μερικες χανεις. Πορτες ανοιγουν και δεν ξερεις που οδηγουν αλλα η περιεργεια σε κανει να τρως τα νυχια σου και ιδρωτας μουσκευει το μετωπο σου γιατι απεγνωσμενα θελεις να μαθεις τι κρυβουν. Θελεις να ανακαλυψεις το εσωτερικο γιατι δε θα εισαι ικανοποιημενος γνωριζοντας ότι η πορτα βρισκεται εκει, μπροστα σου με τις χαραγματιες στο παλιο ξυλο της, με το ξυλο να τριβεται κατω από την κλειδαροτρυπα, να γινεται πριονιδι και να πεφτει, με το πομολο ολοχαλκινο να κουβαλα τις ιστοριες ανθρωπων που το εστριψαν και ανοιξαν την πορτα και αλλων που το χαιδεψαν συνεπαρμενοι με την ιδια σκεψη που κι εσυ εχεις αλλα που ποτε δε βρηκαν το κουραγιο να του χαρισουν ροπη ώστε να στραφει και να ανακαλυψουν το μεσα της. Αλλωστε οι ανθρωποι τι είναι; Επιθυμιες αγνες , ντροπη, περιεργεια, αναγκες. Ολο αναγκες. Μια από αυτές σε τρωει τωρα, το να αποκτησεις τη γνωση του περιεχομενου της πορτας. Το αστειο είναι ότι δε σκεφτεσαι ότι μπορει να απογοητευτεις από αυτό που θα αντικρισεις. Για καποιο ανεξηγητο λογο εφραινεσαι με την ιδεα ότι θα ανακαλυψεις κατι και ξεχνας ότι μπορει να σε προδωσει. 

24 Σεπ 2017

"Το χαμένο όνειρο" από τον Ραφαήλ Παπαγερούδη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το χαμένο όνειρο



Το όνειρό μου. Ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό, καθώς περπατούσα στους χωματόδρομους του μικρού χωριού. Ένα όνειρο που έμεινε ανεκπλήρωτο. Έτσι όπως τρεμόσβηνε η παλιά λάμπα του δρόμου, έτσι και το όνειρό μου τρεμόσβηνε και στο τέλος έσβησε σαν κεράκι.
Όταν ήμουν μικρή, κάθε μέρα όταν πήγαινα στο σχολείο, συναντούσα τον κύριο Ηλία, το γείτονά μας. Κάθε μέρα μου έκανε την ίδια ακριβώς ερώτηση:
-Λυδία, μελαχρινούλα μου, τι θέλεις να γίνεις όταν μεγαλώσεις;
Και εγώ του απαντούσα με την ίδια απάντηση:
-Δασκάλα κύριε Ηλία, αλλά στην πόλη.
-Γιατί; με ρωτούσε. ‘‘Δεν σ’αρέσει το χωριό;’’
-Πως κύριε Ηλία μου αρέσει, αλλά στην πόλη είναι διαφορετικά. Εκεί οι άνθρωποι είναι όλοι πλούσιοι. Μένουν σε μεγάλα σπίτια και έχουν πολλούς φίλους. Έτσι θέλω να είμαι και εγώ.
-Ελπίζω το όνειρό σου να βγεί αληθινό! μου ευχόταν πάντα.
Καθώς μεγάλωνα, όλο και περισσότερο μεγάλωνε η θέλησή μου για να εκπληρώσω το όνειρό μου. Η μητέρα μου όμως είχε τις αμφιβολίες τις. Ανησυχούσε πάρα πολύ και δεν ήθελε να με αφήσει να φύγω.
-Γιατί κοριτσάκι μου να πας στην πόλη; Ωραία είναι και εδώ στο χωριό μας.
-Μαμά εκεί στην πόλη θα έχω ό,τι χρειάζομαι. Δεν θα χρειάζεσαι να ανησυχείς για μένα. Μπορείς κάθε μέρα να με παίρνεις τηλέφωνο και να λέμε τα νέα μας και να μην νιώθεις ανησυχία.
-Μα θα είσαι μακριά μου και αυτό δεν θα το αντέξω.
-Θα το συνηθίσεις.

"Ένας μονόπλευρος έρωτας και εκατό ποιήματα" από τον Χρήστο Σαχτούρη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ένας μονόπλευρος έρωτας και εκατό ποιήματα



Ήταν κι εκείνη μια συνηθισμένη μέρα στο σχολείο όπως όλες, μόνο που μια συμμαθήτρια μου με τσάκωσε. Δευτέρα γυμνασίου πήγαινα, κι όπως κάθε μέρα έτσι κι εκείνη, πριν αρχίσει το μάθημα, πήγαινα κρυφά στην τάξη κι έγραφα μια ποιητική φράση στον πίνακα, για να το δουν οι συμμαθητές μου, με μόνο σκοπό τη διέγερση του πνεύματος και την υποδαύλιση των συναισθημάτων. Συνήθως έγραφα δικές μου, αλλά και γνωστών λογοτεχνών. 
Εκείνη τη μέρα όμως η Κέλλυ, παραμόνευε πίσω από τα κάγκελα από το παράθυρο της τάξης μας, από το λυόμενο - μονώροφο σχολείο, και μόλις έγραψα το κείμενο, φώναξε. 
- Σ' έπιασα. Ώστε εσύ Χρήστο τα γράφεις τόσο καιρό. 
- Σε παρακαλώ Κέλλυ, μη με αποκαλύψεις. Θέλω να κρατήσω την ανωνυμία μου. 
- Τι έγραψες; <Όταν μεγαλώσω θέλω να γίνω ένα μικρό αγόρι>. Δικό σου είναι; 
- Ναι. Δεν ήταν όμως δικό μου, απ' την αμηχανία μου της είπα ναι. 
- Γράφεις κι άλλα; 
- Ναι, γράφω ποιήματα. Η αμηχανία έφυγε και της απάντησα με ειλικρίνεια. 
- Εντάξει, δε θα σε αποκαλύψω. 

"Ο γίγαντας και η πεταλουδίτσα" από τη Μαρία Καφφέ (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ο γίγαντας και η πεταλουδίτσα




 Μια φορά και έναν καιρό... ζούσε ένας μοναχικός γίγαντας σε ένα ψηλό βουνό. Ο γίγαντας δεν είχε φίλους, η μόνη του ασχολία ήταν να φροντίζει τον αγαπημένο του κήπο.

Κάθε μέρα πότιζε και κλάδευε τα δεντράκια και τα λουλουδάκια του και χαίροταν πολύ όταν τα έβλεπε να ανθίζουν και να μεγαλώνουν.
 
 Σε εκείνο το βουνό ζούσε και μία πεταλουδίτσα που πήγαινε καθημερινά στον κήπο του γίγαντα για να πάρει τη γύρη απο τα λουλουδάκια. Μια μέρα όμως δεν μπόρεσε να βρεί πουθενά αυτον τον κήπο.

 Ξαφνικά είδε  τον γίγαντα θλιμμένο να κλαίει. Τον ρώτησε
-Γιγαντά μου γιατί κλαίς και  που είναι ο όμορφος σου κήπος με τα μοναδικά λουλουδάκια και δεντράκια;

23 Σεπ 2017

"Έχει και χειρότερα..." από τον Στέφανο Παρχαρίδη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Έχει και χειρότερα...



Η Ηρώ πάρκαρε το αυτοκίνητο έξω ακριβώς από το κοιμητήριο του χωριού. Αφού έβγαλε το αναπηρικό καροτσάκι από το πορτ-παγκάζ, βοήθησε το γιο της, το Μενέλαο, να ανέβει σε αυτό από τη θέση του συνοδηγού. Είχαν πολλά χρόνια να επισκεφτούν αυτά τα μνήματα. Ήταν το μέρος που ήταν θαμμένοι όλοι οι αγαπημένοι της συγγενείς. Όμως, η καθημερινότητα και η ζωή που είχε κάνει όλα αυτά τα χρόνια την είχαν απομακρύνει από εκείνο το μέρος.
            Σε εκείνο το μέρος παραλίγο να θάψει και το μοναχογιό της πριν μερικά χρόνια. Είχε μείνει ανάπηρος από ένα τροχαίο για το οποίο δεν ευθυνόταν αυτός. Ένας άλλος μεθυσμένος οδηγός τον είχε χτυπήσει μετωπικά, ενώ ο Μενέλαος γυρνούσε στο σπίτι από τη δουλειά του με το μηχανάκι. Το μοναδικό λάθος του ήταν ότι δεν είχε φορέσει το κράνος του, αλλά το κρατούσε στο δεξί του χέρι. «Έλα μωρέ, δέκα λεπτά απόσταση είναι μέχρι το σπίτι, τι θα συμβεί;» σκέφτηκε φεύγοντας από το γραφείο.
Έξι μήνες είχε μείνει σε κώμα. Έξι εφιαλτικοί μήνες για την Ηρώ, η οποία κυριολεκτικά κάθε μέρα ανεβοκατέβαινε στην κόλαση. Έβλεπε το παιδί της να είναι εκεί και ταυτόχρονα να μην είναι. Μέχρι αυτήν την ημέρα πίστευε πως δεν υπάρχει χειρότερο συναίσθημα για ένα γονιό. Να βλέπει το παιδί του να σβήνει και να μη μπορεί να κάνει τίποτα.

"Νεραϊδοκάλεσμα" από την Έλενα Λιάτου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Νεραϊδοκάλεσμα



Ζούσε κάπότε σε ένα μικρό χωριουδάκι, ένας όμορφος νέος αγρότης, ο Αυγερινός. Tο σπίτι του βρισκόταν μέσα σε ένα μεγάλο αγρόκτημα δίπλα σε ένα παλιό, πέτρινο γιορύφι. Από κάτω, περνούσε ένα βαθύ, ορμητικό ποτάμι.
Οι συγχωριανοί του, φοβόντουσαν να περάσουν μόνοι τους τα βράδυα από εκεί. Έλεγαν ότι ήταν στοιχειωμένο. Πίστευαν ότι έβγαιναν νεράιδες και ξωτικά, όπου έστηναν τρελό χορό, κάτω από το φως του φεγγαριού.
Ο Αυγερινός δούλευε σκληρά μέχρι το σούρουπο, καλλιεργώντας τη γη, φυτεύοντας και μαζεύοντας τους καρπούς. Αποκαμωμένος, στεκόταν μόλις σκοτείνιαζε στην άκρη του χωραφιού, για να ξεκουραστεί λίγο πριν επιστρέψει στο σπίτι. Εκεί άρχιζε το τραγούδι του.
Πολλές φορές, άκουγε φωνές και γέλια να βγαίνουν από το ποτάμι. Δεν είχε όμως ποτέ δει κάτι, ούτε είχε φοβηθεί. Συνέχιζε το δικό του τραγούδι. Πόσο του άρεσε να τραγουδάει και να ταξιδεύει με ήχους μελωδικούς! Η ψυχή του γαλήνευε δίπλα στο ποτάμι, σαν άκουγε το νερό να κελαρύζει και ο ήχος του να ανακατεύεται με τις γλυκές νότες του.
Σιγά σιγά πήρε να σκοτεινιάζει. Ο ουρανός, από το φως των αστεριών έγινε χρυσός. Ξαφνικά, άκουσε ένα εκκωφαντικό θόρυβο. Το ποτάμι άφρισε! Σείστηκε η Γη και πάνω στο πέτρινο γεφύρι, εμφανίστηκε μια νεράιδα. Ήταν τόσο όμορφη! Τα μακριά μαύρα μαλλιά της, έπεφταν στους ώμους της. Το πρόσωπο της είχε μια λάμψη εκτυφλωτική σαν το φως του φεγγαριού. Φεγγαρένια ήταν το όνομα της. Έβγαινε κάθε βράδυ και χόρευε κάτω από το χρυσοκίτρινο φως του φεγγαριού. Φορούσε ένα ολόλευκο φόρεμα. Μια δυνατή λάμψη πλημμύρισε όλο το δάσος, λούζοντας το με φως.

"H πρεμιέρα" από την Μαίρη Κάντα (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Η πρεμιέρα




Η παράσταση δόθηκε σε ένα τεράστιο και γεμάτο από κόσμο θέατρο. Η Άννα υποδυόταν μία νεαρή κοπέλα που έχασε το μεγάλο της έρωτα στο πόλεμο.  Ήταν η πρεμιέρα και η Άννα έδωσε τον καλύτερο της εαυτό. Έτσι άρμοζε σε μία πρωταγωνίστρια. Το τεράστιο χειροκρότημα που εισέπραξε στο τέλος της παράστασης, την χαροποίησε και ξέχασε αμέσως τις ατέλειωτες πρόβες, το άγχος και την εξάντληση που ένοιωθε τους τελευταίους μήνες για την προετοιμασία αυτής της παράστασης.
Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, που λένε πως το χειροκρότημα είναι πηγή ζωής για τον ηθοποιό. Αυτό η Άννα το γνώριζε πολύ καλά. Για αυτό το λόγο λάτρευε τόσο την σκηνή του θεάτρου. Όλα τα όφειλε σε αυτή την σκηνή. Την επιτυχία της, την αναγνωρισιμότητα της, ακόμα και την ζωή της, την ίδια. Όλος ο κόσμος, γνώριζε την Άννα Δεδηγιάννη για το ταλέντο της στην υποκριτική, μα και για την εξωτική της ομορφιά.
Ποιος δεν θα την ζήλευε; Ψηλή, με μακριές κόκκινες μπούκλες και πράσινα μάτια. Εντυπωσιακή εμφάνιση με μία απίστευτη καριέρα. Πρωταγωνίστρια στο θέατρο, στη τηλεόραση, στο κινηματογράφο και ήταν μόλις τριάντα ετών.

21 Σεπ 2017

"Η ματαιότητα" από την Ανδριάνα Κατσιγιάννη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Η ματαιότητα



 Τα έχω όλα. Δεν έχω τίποτα.
 Νιώθω μόνη. Όχι μοναχική, μόνη. Περπατάω στην πόλη και όλα γύρω μου χάνονται, παύουν να υπάρχουν κι ενώ τα βήματα μου γίνονται πιο γρήγορα, η ζωή φαίνεται να κυλάει όλο και πιο αργά. Σμήνη πουλιών πετούν πάνω από το κεφάλι μου, οι άνθρωποι σταματούν και χαιρετιούνται στο δρόμο και εγώ συνεχίζω να περιφέρομαι άσκοπα από δω και από κει, σα φύλλο  παγιδευμένο σε ρεύμα αέρα. Τι κι αν είμαι καταδικασμένη σ’αυτό για πάντα; Να μη νιώθω, κρύα, ένα με το χιόνι να παγώνω την έκφρασή μου σε χαμόγελα, να πετρώνω την καρδιά μου και με σφιγμένα τα δόντια να ξεφεύγω απ’την αλήθεια. Η ιδέα της μοναξιάς δε με τρομάζει. Είναι η καθημερινότητά μου, η ίδια καθημερινότητα στην οποία φαντάζω χαρούμενη, αλλά είμαι πραγματικά κούφια και μαραζώνω.
 Πολλά βράδια δεν μπορώ να κοιμηθώ, βράδια σαν κι αυτό, όταν ο ουρανός είναι γεμάτος αστέρια και το φεγγάρι λάμπει περήφανο. Σκέφτομαι πως δε φταίω εγώ που πονάω, που τρώω τα σωθικά μου γιατί δε μοιράζομαι το βάρος, γιατί και τα πιο λαμπρά άστρα, ενώ είναι χρόνια νεκρά, ακτινοβολώντας ακόμα διεκδικούν τη θέση τους και φαίνονται μέρος του όλου. Κάπως έτσι καμουφλάρομαι, χάνομαι ,μέχρι να παραπατήσω, να χάσω το σκαλί και τότε, όταν  όλοι γυρίσουν  να δουν, βρίσκομαι ξαφνικά εκτός τόπου, δεν ανήκω, δεν ακολουθώ. Πάντα μου έλεγαν να είμαι σαν τους άλλους: πιο φυσιολογική, πιο όμορφη, πιο έξυπνη, πιο ψηλή, πιο λεπτή. Όμως μια μονάχα φορά τόλμησα να αναρωτηθώ γιατί οι άλλοι να μην είναι σαν εμένα, και η απάντηση ήρθε μόνη της: ήμουν διαφορετική.

"To ένα" από την Αριάδνη Δάντε (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το ένα



Σήμερα το πρωί, την ώρα που βαφόμουν στην τουαλέτα, μου γλίστρησε από τα χέρια η πούδρα. Πέφτοντας στο πάτωμα, το καθρεφτάκι της έσπασε στη μέση. Ακριβώς στη μέση, με μια τέλεια κάθετη γραμμή να χωρίζει ακαριαία τον κύκλο σε δύο ημισφαίρια. Μα, το παράδοξο είναι ότι δεν σκορπίστηκαν πουθενά κομματάκια. Υπάρχουν λίγα θραύσματα πάνω του, αλλά δεν αποκολλήθηκαν από το «ένα». Το ένα, που χαράχτηκε στα δύο.
Ύστερα από τις απροσδόκητες αναποδιές των τελευταίων επτά ετών από τη γέννηση του μικρού μου πρίγκιπα, θεώρησα ότι αρχίζει ένας νέος επταετής κύκλος γρουσουζιάς. «Όχι πάλι!», ήταν η πρώτη μου σκέψη. Μετά από ένα νεογέννητο μωρό σε κώμα, που στην ανάκαμψή του τσακίστηκε με αλλεπάλληλα αναπνευστικά επεισόδια, δύο θανατηφόρα τροχαία, μια ακόμη ανθρώπινη απώλεια, δεκάδες μικροτραυματισμούς, τρεις κρίσεις πανικού, έναν ιάσιμο καρκίνο του δέρματος και έναν καρκίνο του στομάχου σε εξέλιξη, θέλω να πιστεύω ότι, το ράγισμα του καθρέφτη ήρθε για να σπάσει τη γρουσουζιά της περασμένης επταετίας κι όχι να δηλώσει την απαρχή μιας νέας.

"Οπτασία" από την Μαρία Βυζιργιανάκη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Οπτασία



Και πάνω στη στροφή του δρόμου, την είδε. Στρέφοντας φευγαλέα το βλέμμα του προς το απέναντι πεζοδρόμιο, φανερώθηκε μπροστά του σαν οπτασία. Μπορούσε να ξεχωρίσει από μακριά την αίσθηση που αφήνει στο χώρο το άρωμα της. Αβέβαιος ακόμα, μα και μαγεμένος απ’ αυτή την αναπάντεχη αποκάλυψη, την ακολούθησε. Μερικά μέτρα πιο κάτω, εκείνη σταμάτησε στην στάση της κεντρικής πλατείας. Δεν φαινόταν να είχε αντιληφθεί την παρουσία του. Η απόσταση που μεσολαβούσε μεταξύ τους δεν ήταν μεγάλη, όμως από την πλευρά, που ο ίδιος βρισκόταν,  η αυξημένη μεσημεριανή κίνηση θα μπορούσε να τον είχε καταστήσει μη ορατό στο οπτικό της πεδίο. Πάντοτε αφηρημένη, σκέφτηκε εκείνος χαμογελώντας. Αυτή η παιδικότητα και η ανεμελιά, που την διέκριναν, ήταν από τα πρώτα στοιχεία που τον είχαν εντυπωσιάσει πάνω της.
Παρατηρώντας την, τώρα, που υποτίθεται ότι είχε κάνει τον απολογισμό του και πίστευε ότι είχε καταλήξει πως η ιστορία τους άνηκε οριστικά στο παρελθόν, ένα αίσθημα αμφιβολίας γεννήθηκε μέσα του. Η γνώριμη μορφή της, ελαφρώς παραλλαγμένη από μερικές αχνές ρυτίδες, στις άκρες των ματιών, του προκαλούσε ανάμεικτα συναισθήματα και παρορμήσεις. Πρώτη του σκέψη, να την πλησιάσει… Βρισκόταν μονάχα λίγα βήματα μακριά της, λίγες αναπνοές πιο πέρα από την πρότερη ευτυχία του. Εκείνη στεκόταν δυναμική και γεμάτη αυτοπεποίθηση μέσα στο αγαπημένο κόκκινο φόρεμά της, με τη μεγάλη μαύρη καρφίτσα στο αριστερό πέτο. Δίσταζε. Πώς να την πλησιάσει, έπειτα από τόσο καιρό;
Χαμένος στις σκέψεις του καθώς ήταν, δεν φαίνεται να είχε δει τον γελωτοποιό, που συγκέντρωνε τα βλέμματα και τα χειροκροτήματα, όσων περιδιάβαιναν την πλατεία και οι οποίοι σταδιακά είχαν σχηματίσει ένα κύκλο γύρω του. Το γεγονός αυτό από μόνο του, δεν θα τον απασχολούσε ιδιαιτέρως, ίσως και να μην το είχε προσέξει καθόλου, αν δεν έβλεπε εκείνη, απ’ το σημείο όπου περίμενε, να συμμερίζεται το κλίμα αυτό, κοιτάζοντας εύθυμα, που και που, προς την κατεύθυνση του κλόουν. Και τότε αποφάσισε.

19 Σεπ 2017

"Θα σε προστατεύω για πάντα, μαμά" από τον Στέφανο Παρχαρίδη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Θα σε προστατεύω για πάντα, μαμά



Η Ελένη την είχε κάνει αυτήν τη διαδρομή άπειρες φορές τα τελευταία χρόνια. Η κόρη της, η Αντωνία, είχε επιλέξει να έρθει να μείνει με τα δύο παιδιά της στην πόλη που μεγάλωσε, αμέσως μόλις χώρισε από τον πατέρα τους. Ήθελε όμως να μείνει σε ξεχωριστό σπίτι από το πατρικό της, και ο λόγος ήταν ότι ήθελε να νιώσει πραγματικά ανεξάρτητη για πρώτη φορά στη ζωή της. Έτσι, επέλεξε να νοικιάσει ένα σπίτι μόλις δέκα λεπτά με τα πόδια από το σπίτι που είχε ζήσει τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια.
Μόλις έφτασε έξω από το σπίτι, την κυρίεψε ένα αίσθημα ανησυχίας, λες και μπορούσε να αντιληφθεί το κακό που είχε συμβεί. Σαν να την προειδοποιούσε ένα αόρατο καμπανάκι στο μυαλό της πως δεν έπρεπε να διαβεί το κατώφλι αυτής της μονοκατοικίας. Σε διαφορετική περίπτωση θα είχε ακούσει τη φωνή της λογικής της και θα είχε γυρίσει για να φύγει. Όταν όμως επρόκειτο για το παιδί και τα εγγόνια της, χανόταν κάθε λογική. Ειδικά μετά από την ανήσυχη φωνή της κόρης της πριν λίγο στο τηλέφωνο.
«Μαμά, έλα από το σπίτι όσο πιο γρήγορα μπορείς. Σε χρειάζομαι»

"Δεδομένο και ζητούμενο" από τη Νάντια Βαβάση (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Δεδομένο και ζητούμενο



Γεννήθηκα με ένα δεδομένο και ένα ζητούμενο.  Ένα κορμί που υπάρχει από το πρώτο δευτερόλεπτο και μια ψυχή που χρόνια αναζητώ...
Κάθε νύχτα η μοναξιά μου την προσκαλεί κι εκείνη έρχεται για να χαθεί μες στο σκοτάδι και να μην φανερώσει την ύπαρξη της.

"Ένα ζεστό απόγευμα του Μάη" από την Άννα Μπαμπαγιάν (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ένα ζεστό απόγευμα του Μάη



Ήταν ένα απ'τα πιο ζεστά απογεύματα της άνοιξης...Φωτεινό και καταγάλανο.Φωτεινό και καθαρό σαν ψυχή μικρού παιδιού.Κάπου κάπου φυσούσε δροσερό αεράκι φέρνοντας μαζί νόστιμες μυρωδιές απ'τα παράθυρα της γειτονιάς που'ταν όλα ανοιχτά.Φυσούσε και σήκωνε τις φούστες των κοριτσιών και τα καστανά μαλλιά μου.Φυσούσε κι έπαιρνε μακριά τις σκέψεις μου.Για λίγο όμως,μόνο για λίγο.Ίσα ίσα να προλάβω να ανασάνω.Όταν επέστρεφαν, ήταν πάντα χειρότερες από πριν.Εκείνο το απόγευμα θα μάθαινα πως όσο φωτεινό κι αν είναι το απόγευμα,μέσα μας πάντα θα επιβιώνει το σκοτάδι που κουβαλάμε...
Εκείνο το απόγευμα η ζωή περίσσευε στους δρόμους.Όλοι κάπου πήγαιναν ή από κάπου έρχονταν.Πηγαδάκια φίλων εδώ κι εκεί και ξαφνικές συναντήσεις στη μέση του δρόμου.Χαρούμενες παιδικές φωνές ,πολύχρωμα μπαλόνια και παγωτά.Ερωτευμένα ζευγάρια που ,δίχως να το γνωρίζουν,πρόσθεταν πολύτιμες στιγμές στο άλμπουμ των αναμνήσεων.Αργότερα θα καταλάβαιναν πως αυτό το άλμπουμ είναι μια γέφυρα που θα τους ενώνει για πάντα ή θα τους χωρίζει...

17 Σεπ 2017

"Φαύλος κύκλος" από την Ντέμι Ανανγνωστούλη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Φαύλος κύκλος



Ένα ποτάμι και το κουφάρι ενός ελαφιού βρίσκεται στην όχθη με το σαπισμένο κρέας να μυρίζει και φαντάζει από κερί, μόνο που είναι το ξεραμένο λίπος στα τοιχώματα της ξεσκισμένης σάρκας που υπήρχε στο υποδόριο και στην ουσία κρατούσε το ζώο ζωντανό. Ο θάνατος όμως ήρθε φυσικά σα να διαδέχεται την κατάσταση της ζωής, σα καθημερινότητα. Μόνο που τι λέω- το κάνει. Αστεία κατάσταση. Ήρθε μαζί με μια αγέλη λύκων διψασμένη για φρέσκο αίμα θηλαστικού. Οι αγέλες έχουν κι αυτές τη σημασία τους. Νιώθεις ότι έχεις κάποιος κοντά σου. Μερικές φορές είναι πολύ χρήσιμη αίσθηση γιατί μπορείς να σταματήσεις να περιορίζεις το σώμα σου, μπορείς να ρίχνεις τα τείχη και να νιώθεις την ουσία του να εξαπλώνεται στο χώρο και να αναμειγνύεται με τα άτομα της αγέλης. 

"Η πλύστρα" από την Ευγενία Παπαϊωάννου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Η πλύστρα



Μύθι-μύθι, παραμύθι, το κουκί και το ρεβύθι. Η ιστορία που θα πω, μοιάζει για παραμύθι, αλλά δεν είναι ξένε. Συνέβη στον δάσκαλο που μένει στο τέρμα του χωριού, αλλά θα μπορούσε εύκολα να συμβεί και σε μένα.
            Παραμονές του Αη-Λιά, ο δάσκαλος, Μπίττας λέγεται, πήγε στην άκρια του ποταμού του Λέστινου για να καθαρίσει τις γούρνες των ζωντανών, γιατί όλοι στο χωριό, δάσκαλοι για γεωργοί έχουμε ζώα στα σπίτια μας. Αφού τις καθάρισε, όσο καλύτερα μπορούσε, φεύγοντας πίσω για το χωριό και περνώντας από την πηγή της Γκαβούς, είδε γονατιστή μια γυναίκα νέα να πλένει ασπρόρουχα. Τη νέα γυναίκα δεν την ήξερε και θεώρησε σωστό να την προειδοποιήσει, γιατί σε τούτα τα έρημα μέρη είναι συνηθισμένο να κατεβαίνουν οι αρκούδες στις πηγές για δροσιά το καλοκαίρι.

"O λιποτάκτης" από τη Λένα Μαυρουδή Μούλιου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Ο λιποτάκτης



….και κάποτε σταμάτησαν επιτέλους οι κλαγγές των όπλων, σταμάτησαν να ηχούν τα τύμπανα του πολέμου αν όχι εντελώς ακούγονταν έστω όλο και πιο μακριά.
Οι νικητές μπήκαν στην πόλη θριαμβευτικά και ευθύς κατέλαβαν τα πλέον  αξιόλογα κτίρια όπου έμελλε να εγκαταστήσουν τις θηριώδεις Υπηρεσίες τους για τις οποίες είχαν γίνει αρνητικά διάσημοι ανά τω κόσμω.
Μη με ρωτάτε για ποιον πόλεμο ομιλώ. Πιστέψτε με δεν έχει καμία σημασία. Ένας είναι ο Πόλεμος και είναι φρικτός.

Μπήκε λοιπόν ο νικητής και έγινε ο κακός χαμός. Πάτησε τον νικημένο Λαό στο σβέρκο και επέτρεψε στον εαυτό του να επιδοθεί σε λεηλασίες παντός είδους. Ξεγύμνωσε μαγαζιά και σπίτια εν μια νυκτί. Σαν πεινασμένα αγρίμια,
σαν σμήνη από ακρίδες επέπεσαν στο βιος του νικημένου και το αποψίλωναν από κάθε τι το σημαντικό ή και ασήμαντο μόνο και μόνο για την χαρά της καταστροφής.
Μέσα σε αυτές τις ορδές των πλιατσικολόγων ήταν και ένας νεαρός υπαξιωματικός ο οποίος όσο και αν ακούγονταν απίστευτο, θέλησε να βάλει μια κάποια τάξη στη λαφυραγωγία των αξιότιμων συναδέλφων του. Κατέλαβε με τους άντρες του το Μέγαρο του Δημαρχείου το οποίο ήταν και η κατοικία του επί χρόνια και χρόνια Δημάρχου της Πόλης, αλλά μιας και δεν μπορούσε να εμποδίσει τους δικούς του από το να αρπάξουν ό, τι εύρισκαν μπροστά τους, προσπάθησε όπως προείπαμε, να βάλλει τουλάχιστον μια κάποια τάξη στην πλιατσικολογία δίνοντας μια εικόνα ενός έστω υποτυπώδους πολιτισμού.

16 Σεπ 2017

"Βία (Bullying)" από τη Χριστοδούλα Παπαγεωργίου (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Βία (bullying)



Πολύ συχνά ακούμε φίλους, γνωστούς μας οι οποίοι προσβάλλουν, κοροϊδεύουν άλλα άτομα ή ακόμα χειρότερα πως τα χτυπάνε. Το bulling δεν συμβαίνει μόνο στα σχολεία όπως όλοι γνωρίζουμε άλλα συμβαίνει και σε μεγάλο βαθμό έξω στον κόσμο μας, στην κοινωνία που ζούμε ακόμα και στο διαδίκτυο. Πολλοί δεν γνωρίζουν πως η βία πλέον έχει γίνει ‘’διάσημη’’. Δεν λογαριάζουν καν τι αποτελέσματα μπορεί να φέρει. Την θεωρούν σαν μια ασήμαντη ασθένεια η οποία με τον καιρό θα περάσει. Δυστυχώς δεν είναι έτσι. Πιστεύουν ακόμα πως στην βια υπάρχει μόνο ένα είδος, για παράδειγμα, το να κτυπάς κάποιο άλλο άτομο. Δεν είναι έτσι όμως. Δεν υπάρχει μόνο ένα είδος βίας άλλα πολλά είδη, όπως ο λεκτικός εκφοβισμός ,ο σωματικός, ο ψυχικός και διάφορα άλλα. Το bulling δυστυχώς πλέον το συναντάμε καθημερινά όπου και να πάμε. Πολλοί άνθρωποι κάνουν bulling χωρίς να σκέφτονται τις συνέπειες, το τι μπορούν να προκαλέσουν μόνο και μόνο από μια απλή βρισιά ή και από κάτι άλλο χειρότερο. Συνήθως τα άτομα που κάνουν bulling αντιμετωπίζουν προβλήματα στην προσωπική τους ζωή, στο σπίτι τους. Για παράδειγμα να αντιμετωπίζουν ένα είδος βίας από τους ίδιους τους γονείς του, να τους χτυπάνε ή να τους κάνουν να νιώθουν άχρηστοι, ασήμαντοι και πως δεν αξίζουν να ζουν. Έτσι το παιδί που αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα για να μην νιώθει άσχημα επιλεγεί να κάνει σε άλλα άτομα ένας είδος βίας έτσι ώστε να νιώθει καλύτερα με τον εαυτό του. Με το να κάνει bulling νιώθει πολύ καλύτερα και έτσι ευχαριστιέται με το ότι κάνει την ζωή χάλια κάποιου άλλου ατόμου και δεν νιώθει μόνος σε όλη αυτή την περιπέτεια που συνάντα στην ζωή του. Αυτό το άτομα με μια λέξη χαρακτηρίζεται ως θύτης.

"Τα παιχνίδια του μυαλού" από την Άννα Σταθάκη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Τα παιχνίδια του μυαλού



Το μυαλό μας κρύβει έναν κόσμο.Έναν κόσμο μαγικό. Σε αυτόν τον κόσμο δεν υπάρχουν μόνο άνθρωποι,αμάξια και δρόμοι.Υπάρχουν δράκοι που βγάζουν φωτιές,γοργόνες με πολύχρωμες ουρές και ζώα με φωνή μελωδική.Εκεί τα όνειρα κάνουν βόλτες και όλα είναι δυνατά. Όλοι μας τον έχουμε επισκεφτεί μέσω των ονείρων μας και πιστεύουμε ότι είναι αληθινά και ότι μια μέρα θα πραγματοποιηθούν στον δικό μας κόσμο.
        Για μένα δεν μου ήταν πότε  το πιο σημαντικό ερώτημα. Δεν έψαχνα πότε το νόημα της ζωής, τον λόγο της ύπαρξης μας ή το αν υπάρχει πραγματικά μια ανώτερη δύναμη που αποφασίζει αν ανήκουμε στον Παράδεισο ή στην Κόλαση. Πίστευα ότι τα πάντα υπάρχουν για ένα λόγο και ο άνθρωπος επινοεί όλα αυτά τα ερωτήματα για να γεμίσει ενδιαφέρον την βαρετή και μίζερη ζωή του. Το μόνο που με ένοιαζε ήταν το πότε θα τελείωνε αυτή η χρόνια, να γράψω πανελλήνιες και να μπω σε μια σχολή μακριά από την Αθήνα, την οικογένεια μου και τον κάθε βαρεμένο που ήθελε να πάει το πρωί στην δουλειά του και να γυρίσει σπίτι του για να γκρινιάξει για όλα τα στραβά που του συμβαίνουν. Αυτή η άποψη μου άλλαξε όμως μετά από το πρώτο μάθημα της λογοτεχνίας.

"Το κλειδί" από την Αναστασία Σκούλη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Το κλειδί



   «Στον κόσμο, υπάρχουν δυο τύποι ανθρώπων. Εκείνοι που είναι ευτυχισμένοι, και εκείνοι που είναι δυστυχισμένοι.  Εσύ, σε ποιον από τους δύο νομίζεις ότι ανήκεις;»
   «Εγώ είμαι σίγουρα δυστυχισμένος», ήταν η απάντηση του αγοριού εκείνη την ημέρα.
   Η γυναίκα, του φαινόταν περίεργη από την αρχή. Τα αφύσικα μακριά μαλλιά της ήταν κρυμμένα κάτω από την κουκούλα του μανδύα της. Τα μάτια της λαμπίριζαν γαλανά στην αντανάκλαση της βροχής, και το δέρμα της έμοιαζε να είναι φτιαγμένο από πορσελάνη. Και τι ήθελε από εκείνον; Έψαχνε καταφύγιο από την βροχή και είχε κουρνιάσει κάτω από την γέφυρα, όταν η γυναίκα εμφανίστηκε μπροστά του και του παρουσίασε την ερώτησή της.
   Βύθισε το χέρι της στην τσέπη της, και τράβηξε έξω ένα μικρό, γυάλινο μπουκάλι. Το διάφανο υγρό μέσα του δεν θα μπορούσε να είναι στην πραγματικότητα τίποτα παρά νερό. Ήταν παράνομη η κατασκευή φίλτρων πλέον. Οι ίδιοι οι μάγοι είχαν καταντήσει παράνομοι σε εκείνη την κοινωνία.
   «Θα σου δείξω την ζεστασιά των ανθρώπων και της ζωής για έναν μήνα».
   «Μα τι λες;» σηκώθηκε όρθιος και την κοίταξε στα μάτια, φορώντας ένα άγριο βλέμμα, εκείνο που συνήθιζε να δείχνει όταν προσπαθούσε να υπερασπιστεί τον εαυτό του. Γιατί δεν είχε κάτι αγαπημένο στον κόσμο να υπερασπιστεί πέρα από την ζωή του. Η βροχή είχε δυναμώσει. Η έντασή της κάλυπτε τις φωνές τους. Ο ποταμός που περνούσε κάτω από την γέφυρα είχε φουσκώσει. Τα μπουμπουνητά όλο και δυνάμωναν, οι αστραπές φώτιζαν την πόλη που είχε σκοτεινιάσει από την πυκνή συννεφιά. Η γυναίκα έβγαλε τον μανδύα της και τον φόρεσε στον νέο. Το μπουκάλι ήταν πίσω στην δεξιά τσέπη.

15 Σεπ 2017

"Μνήμη φωτογραφικών μηχανών" από τον Γιάννη Στεφανουδάκη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Μνήμη φωτογραφικών μηχανών



τώρα πια…..οι φωτογραφικές μηχανές έχουν μνήμη…
πάνε τα παλιά φιλμ…
στα συρτάρια της παλιάς βιβλιοθήκης….
τα παλιά φιλμ….
παιδικές ,εφηβικές ,φοιτητικές, εργασιακές στιγμές…
σε φιλμ…

"Θεοπτία" από την Δήμητρα Κουτσογιάννη (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Θεοπτία



Μαζί μας ανθίζουν,είτε ως καρποί μας,είτε με τη διδαχή μας.Κάποιοι τα επιθυμούν,κάποιοι όχι,πάντως εκείνα τρυπώνουν σε κάθε γωνίτσα,κυριολεκτικά και μεταφορικά,λες και δεν έχουν άλλη επιλογή.Λες και δεν έχουμε άλλη επιλογή...Είναι και σε πλησμονή τα άτιμα!Το παιδί του γείτονα,ο παραμυθικός πιτσιρικάς ενός διηγήματος του Τσέχωφ,το παιδί ενός δημόσιου προσώπου(με χρυσά κουτάλια το ταΐζουν!),το παιδί στην ανακοίνωση του Amber Alert,το παιδί σου,το παιδί μέσα σου...
Στη χορεία των κοσμημάτων της ύπαρξής τους,περιλαμβάνεται η υποσυνείδητη αγνόηση της λογικής,μιαν άνευ λόγου φαιδρότητα,η πρώτη επαφή με ηθικούς προβληματισμούς,πείσμα-πολύ μα τρωτό και ο πολύτιμος λίθος της αγάπης.Ευρύτερα,μονίμως ξεσπούν σε κρίσεις ευτυχίας,έχουν έμφυτη τη φιλοφροσύνη-άλλο που τους την ξεριζώνουν μερικοί μερικοί-και αναλαμβάνουν τη συνέχεια της ανθρώπινης ιστορίας.Και της προϊστορίας...Και της εξουσίας.Έχουν και την υπερδύναμη να συγχωρούν σε κλάσματα δευτερολέπτων.Να δείτε Ποιον σας θυμίζουν...
Αναμφισβήτητα,αν ο Θεός λάβει ή έχει ποτέ λάβει ανθρώπινη υπόσταση,θα'ταν ένα παιδί,ένα παιδάκι σαν όλα τα άλλα,που τα κλαδιά τους δεν τους τα 'φθειραν ακόμα-και σιγά μην τα καταφέρουν!Θα 'ταν ένας νεανίας με οικουμενική ομορφιά και θα κατείχε τη μαγεία της ψυχοσωματικής κάθαρσης,που αμισθί θα πρόσφερε στην κομπανία των μεγάλων.Ακόμη,θα 'ταν μια αλτρουιστική μορφή και θα 'δινε άλλοθι στους καιροσκόπους κομπιναδόρους,όχι από επιλογή,μα από ελπίδα στο όραμα της μετάνοιας.Εν συντομία,θα 'ταν ένα πιτσιρικάκι που όσο θα δύνασαι να το χρησιμοποιήσεις για την εκπλήρωση προσωπικών γούστων,άλλο τόσο θα το ζηλεύεις και θα υποκινείσαι να το σέβεσαι!

"Μη φύγεις!" από τον Πλούταρχο Πάστρα (5ος Διαγωνισμός Ελεύθερης Γραφής - Πεζογραφία)

Μη φύγεις! (10η θέση)



Ξεκλειδώνω την πόρτα και μπαίνω μέσα στο σπίτι. Γνώριμος ήχος έρχεται από την κουζίνα. Κραυγές ακούγονται από τη μικρή τηλεορασίτσα. Πάλι θα καβγαδίζουν οι σωτήρες μας, για το ποιος εφάρμοσε καλύτερα τα μνημόνια σκέφτηκα και ένα γέλιο έσκασε στα ξερά μου χείλη. Έβγαλα τα παπούτσια και κατευθύνθηκα προς την κουζίνα.
-Καλώς τον, μου λέει η μάνα μου, καθώς καθαρίζει φασολάκια στο τραπέζι.
-Καλώς σε βρήκα μάνα, της απαντάω.
-Πες μου τι έγινε με τη συνέντευξη; Έχω μεγάλη αγωνία. Σε προσέλαβαν;
-Όχι, μάνα...
-Αχ παιδί μου στα έλεγα...
Πάλι ξεκίνησε είπα μέσα μου και έκανα κίνηση να πάω στο υπνοδωμάτιο μου. Μα εκείνη πρόλαβε και μου είπε εκείνη τη λέξη που όταν την ακούω με καρφώνει σα μαχαίρι μέσα στην καρδιά. 
-Να φύγεις! Να φύγεις αγόρι μου στο εξωτερικό, να σωθείς!

who is online

Ad24